Μην Πατάτε τη ... Χλόη


  • Το χαστούκι στο ήδη αναψοκοκκινισμένο από την αγωνία μάγουλό της ακούστηκε σαν κεραυνός που προμηνύει καταιγίδα.

    - Τι ώρα είναι αυτή που γυρνάς σπίτι σου; της φώναξε μέσα στα μούτρα κάνοντας τη Χλόη να πισωπατήσει ενστικτωδώς δύο βήματα κρατώντας συγχρόνως το πονεμένο της μάγουλο με το τρεμάμενο χέρι της. Δεν είχε καν προλάβει να πει ένα γεια…

    - Προσπάθησα να φύγω αλλά δεν μ’ άφηναν… κατάφερε να πει μήπως σώσει την κατάσταση αλλά φευ…

    - Σοβαρά; Σε δέσανε χειροπόδαρα στην καρέκλα; Το ξέρεις ότι βρωμοκοπάς τσιγάρο και αλκοόλ; Πήγαινε αμέσως να πλυθείς. Εξαφανίσου αμέσως από μπροστά μου

    Η Χλόη δεν μπορούσε να αντιδράσει από το σοκ. Κατέβασε το κεφάλι και κλειδώθηκε στο μπάνιο χωρίς άλλη κουβέντα. Στάθηκε μπρος τον καθρέφτη. Το μάγουλό της είχε ακόμα τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Τα αυτιά της βούιζαν από τα απανωτά ποτά αλλά και από το χαστούκι. `Άρχισε να κλαίει σιωπηλά. `Hταν σοκαρισμένη. Ο Σπύρος είχε απλώσει χέρι πάνω της για πρώτη φορά! `Άνοιξε δυνατά τη βρύση του ντους για να μην τον ακούει που έβριζε δυνατά θυμωμένος απέξω. Το παγωμένο νερό ήταν βάλσαμο για όλο της το σώμα και κυρίως για το πονεμένο της κεφάλι. Ευχόταν να πήγαινε για ύπνο και να μην την περίμενε να βγει, γιατί δεν ήταν σε θέση να τον αντιμετωπίσει…

    Τι κρίμα, κι είχε περάσει τόσο ωραία μ’ αυτή την παρέα. `Ήταν δασκάλα μοντέρνου χορού σε μια πολύ καλή και γνωστή σχολή τα τελευταία τρία χρόνια και κάθε τέλος της περιόδου μετά τις εκδηλώσεις έβγαιναν μαθητές και δάσκαλοι να το γιορτάσουν δίνοντας ραντεβού για το Σεπτέμβρη. Ναι, είχε αργήσει, το ήξερε. Δεν το περίμενε όμως τόσο πολύ, ούτε τον είχε προετοιμάσει γι αυτό. Του είχε πει πως θα πήγαιναν όλοι μαζί σε μια ταβέρνα για να τσιμπήσουν κανένα μεζεδάκι και να πιουν καμιά μπύρα κι όταν θα επέστρεφε θα πήγαιναν παρέα στο θερινό σινεμά της γειτονιάς τους να δουν το θρίλερ που έπαιζε στην τελευταία παράσταση. Η παρέα της όμως, πάνω στο κέφι του ούζου και του μεζέ πέταξε την ιδέα να πάνε μετά σ’ εκείνο το μπαρ, που πάντα έκαναν τα πάρτι με τους χορούς, να πιουν ένα ακόμη ποτό και να χορέψουν μονάχα ένα χορό! Κι η Χλόη δεν ήθελε να τους χαλάσει το χατίρι αν και προσπάθησε ευγενικά να αρνηθεί, γνωρίζοντας βέβαια πως αν ο Σπύρος έχει προγραμματίσει κάτι και δεν του γίνει, θυμώνει απίστευτα και γίνεται άλλος άνθρωπος. Πόσο μάλλον με την ίδια που η ζήλια και η κτητικότητά του τον τελευταίο καιρό είχαν αρχίσει να την πνίγουν. Φυσικά ήπιαν πολύ παραπάνω και χόρεψαν ασταμάτητα για δύο ώρες. `Όταν κοίταξε το ρολόι της, είδε με τρόμο πως ήταν σχεδόν δύο η ώρα συνειδητοποιώντας συγχρόνως ότι δεν του είχε στείλει ούτε ένα μήνυμα ότι θα αργούσε…

  • `Έκλεισε το νερό, κι αφουγκράστηκε πίσω από την πόρτα του μπάνιου. Κανένας θόρυβος, ούτε από την τηλεόραση. Μάλλον θα κοιμήθηκε. `Ήταν εξάλλου πάνω από μισή ώρα μέσα στο μπάνιο. Τυλίχτηκε με την πετσέτα και σαν τον κλέφτη άνοιξε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε την πόρτα. Τα πάντα ήταν σβηστά, μόνο το φως του διαδρόμου έφεγγε μ’ ένα κόκκινο αχνό χρώμα. Θα κοιμόταν στο σαλόνι, έστω και με την πετσέτα. Δεν υπήρχε περίπτωση να ξαπλώσει πλάι του μετά από αυτό που της έκανε… Περνώντας αναγκαστικά έξω από την κρεβατοκάμαρά τους για να πάει στο σαλόνι άκουσε τη φωνή του.

    - Πού πας; τη ρώτησε κοφτά

    - Στο σαλόνι, να στεγνώσουν λίγο τα μαλλιά μου, απάντησε εκείνη με σπασμένη φωνή.

    - `Έλα δω, της είπε με τόνο που δεν σήκωνε αντιρρήσεις.

    Η Χλόη περπάτησε προς το μέρος του. `Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ανάσκελα και κάπνιζε. Πόσο το σιχαινόταν αυτό. Συνέχεια του έλεγε πως το τσιγάρο την πειράζει, ιδίως στο δωμάτιο που κοιμούνται, αλλά εκείνος τίποτα… Στάθηκε δειλά στην πόρτα. Το σώμα της τεντωμένο σα χορδή από την ένταση. `Ήταν σκοτάδι σχεδόν, αλλά εκείνος μπορούσε να διακρίνει καθαρά το γυμνό της σώμα. `Έσβησε το τσιγάρο του αργά στο τασάκι.

    - Κάθισε δίπλα μου, της είπε κι η φωνή του είχε αλλάξει, δεν ήταν θυμωμένος πια.

    - Να φορέσω μισό λεπτό το νυχτικό μου, του απάντησε, προσπαθώντας να κρύψει την αγωνία της αλλά και το θυμό της.

    - Δεν θα σου χρειαστεί…

    Η Χλόη κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και από τα βρεγμένα της μαλλιά έσταζε μυρωδάτο νερό πάνω στο κορμί της, βρέχοντας και το σεντόνι γύρω της. Ο Σπύρος άπλωσε το χέρι του τρυφερά στα μαλλιά της για λίγο και μετά άρχισε να τη χαϊδεύει στο στήθος. Η Χλόη παρέμενε ακίνητη.

    - Τι ωραία που μυρίζεις τώρα μωρό μου, της είπε και κόλλησε τα χείλη του στο μάγουλό της. Εκεί που πριν λίγη ώρα είχε δεχτεί το χαστούκι. Η ανάσα του μύριζε τσιγάρο. Η Χλόη δεν αντέδρασε αλλά από τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν δάκρυα γεμάτα παράπονο. Ο Σπύρος την πήρε αγκαλιά, την έβαλε δίπλα του στο κρεβάτι και της έβγαλε την πετσέτα. `Άρχισε να τη φιλάει στο λαιμό τρυφερά ενώ τα χέρια του ταξίδευαν σ’ όλο της το κορμί. Τα χάδια του και τα φιλιά του έγιναν πιο έντονα, γεμάτα πόθο. Τη φιλούσε παντού, στο στήθος, στην κοιλιά, στους μηρούς. Της μιλούσε τρυφερά, της έλεγε πόσο την αγαπάει, πόσο τη θέλει, πόσο του έλειψε… Ο θυμός της άρχισε να υποχωρεί και το σώμα της καλομαθημένο από τα χάδια του τον αποζητούσε. `Έκλεισε τα μάτια της κι άρχισε κι εκείνη να τον χαϊδεύει και να ανταποκρίνεται στα φιλιά του. `Έκαναν έρωτα με πολύ πάθος, σαν να ήταν η πρώτη τους φορά. `Έτσι συνήθιζαν άλλωστε. Και τα προβλήματα μεταξύ τους έπαιρναν αναβολή πάνω στο κρεβάτι… μέχρι την επόμενη φορά…

  • Κόντευε πια να ξημερώσει. Ο Σπύρος κοιμόταν δίπλα της βαθιά κι η ρυθμική του ανάσα ακουγόταν σαν ρολόι. Εκείνη δεν είχε κλείσει μάτι. `Ήταν θυμωμένη με τον εαυτό της, μαζί του, με όλα. Κάθε φορά έλεγε πως αυτή θα ήταν η τελευταία, πως θα του μιλούσε, θα του εξηγούσε πως τα απότομα ξεσπάσματά του δεν της άρεσαν. Αλλά ποτέ δεν του είπε τίποτα γιατί μόλις περνούσε η δύσκολη στιγμή ο Σπύρος γινόταν και πάλι ο τέλειος σύντροφος που τη λατρεύει. Κάθε φορά έδινε αναβολή, μέχρι που έγινε αυτό. Να απλώσει χέρι πάνω της…έλεγε πως δεν είχε το δικαίωμα να απλώνει χέρι επάνω της.. Τον αγαπούσε, ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του, αλλά τον τελευταίο καιρό η ζήλια του και τα έντονα ξεσπάσματά του κάθε φορά που έπρεπε να βγει ή να πάει σε μάθημα την έπνιγαν και της χαλούσαν τη διάθεση. Την κατηγορούσε ότι έχει γκόμενους κι ότι ψάχνει ευκαιρία για να λείπει από το σπίτι της, αλλά είχε τόσο άδικο. `Όσες φορές προσπάθησε να του εξηγήσει ότι είχε άδικο εκείνος την ειρωνευόταν….

    `Έκλεισε τα μάτια της εξουθενωμένη. Ο Σπύρος θα σηκωνόταν όπως πάντα στις έξι τα χαράματα. Επτά και μισή έπρεπε να είναι στη μονάδα του. `Ήταν στρατιωτικός. Θα έλειπε μέχρι την επομένη ημέρα γιατί είχε υπηρεσία… Τόσο το καλύτερο για την ίδια. Θα είχε όλο το χρόνο μπροστά της να σκεφτεί πιο σοβαρά τη σχέση τους, πού βαδίζουν. Κι όταν καταλήξει και αποφασίσει, να του μιλήσει. Δεν πήγαινε άλλο. Ο έρωτάς της γι αυτόν αποτελούσε κάθε φορά ισχυρή δικαιολογία για τις πράξεις του αλλά το τελευταίο επεισόδιο ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τέτοιες σχέσεις δεν τις ήθελε. Δεν της είχε ζητήσει συγνώμη για το χαστούκι κι ούτε επρόκειτο να το κάνει, γιατί γενικώς δεν ζητούσε εύκολα συγνώμη. Είχαν περάσει σχεδόν τρία χρόνια, από τότε που γνωριστήκανε στο Πήλιο και τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα…

    ... Η πρώτη μέρα του σεμιναρίου με θέμα «Μουσική, Χορός και δημιουργική γραφή» είχε φτάσει στο τέλος του. Από το πρωί στις οκτώ η Χλόη ήταν στο πόδι. Είχε ανέβει στο Πήλιο για ένα τετραήμερο σεμινάριο που είχε δηλώσει συμμετοχή και το οποίο περίμενε πώς και πώς. Ελεύθερη από οικογενειακές υποχρεώσεις, στα είκοσι επτά της χρόνια, είχε ρίξει όλο της το ενδιαφέρον στην καριέρα της. Να γίνει κάποια στιγμή σπουδαία χορογράφος. Προς το παρόν δίδασκε χορούς σε ιδιωτικές σχολές, παρακολουθούσε σεμινάρια σ’ όλη την Ελλάδα και μάζευε βεβαιώσεις για να εμπλουτίσει το βιογραφικό της.

    Το κρύο ήταν ακόμη τσουχτερό για Απρίλη μήνα και η υγρασία είχε περονιάσει τα κόκαλά της αφού ήταν ακόμη ιδρωμένη από τις τελευταίες χορογραφίες. Είχε στη διάθεσή της ολόκληρη την υπόλοιπη ημέρα. Προτίμησε να γυρίσει την πόλη με τα πόδια, να τσιμπήσει κάπου έξω και μετά να ξαπλώσει λιγάκι στο ξενοδοχείο, μέχρι τη βραδινή της εξόρμηση. Η ώρα ήταν σχεδόν δύο και μισή και τα μαγαζιά έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Καθώς χάζευε τις βιτρίνες χτύπησε το κινητό της. `Ήταν η καλύτερή της φίλη. Για άλλη μια φορά της ζητούσε συγνώμη που δεν κατάφερε να έρθει μαζί της παρόλο που έτσι είχαν κανονίσει, αλλά είχε τσακωθεί με τον άντρα της για το ποιος θα φυλάξει τα παιδιά… `Έπιασαν την κουβέντα γι αρκετή ώρα κι η Χλόη αμέριμνη περπατούσε στο δρόμο. Από πίσω της και σε απόσταση ασφαλείας ήταν μια μηχανή με δύο αναβάτες που φορούσαν κράνος παρακολουθώντας τη Χλόη για αρκετά λεπτά.

  • Κάποια στιγμή, ο οδηγός της μηχανής γκάζωσε απότομα και με ταχύτητα πέρασε από το πλάι της. Ο συνεπιβάτης της άρπαξε με δύναμη τη τσάντα από το χερούλι. Η Χλόη σάστισε. Της έπεσε το κινητό αλλά με μια ενστικτώδη κίνηση έπιασε το χερούλι της τσάντας της, πράγμα που έκοψε την ταχύτητα της μηχανής. Ο συνεπιβάτης όμως ήταν πολύ δυνατός και τραβώντας την τσάντα έριξε στο πεζοδρόμιο τη Χλόη παρασέρνοντάς τη για αρκετά μέτρα στο δρόμο. Οι δύο δράστες πέτυχαν το στόχο τους μα όχι για πολύ. Λίγο πιο κάτω ένας άντρας με στρατιωτική στολή, έδωσε μια δυνατή με το σάκο που κρατούσε στα χέρια του στον οδηγό της μηχανής με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει την ισορροπία του και να πέσουν κάτω και οι δύο επιβάτες. Ο στρατιωτικός άρχισε με μανία να κλωτσάει και τους δύο μέχρι που μαζεύτηκε κόσμος γύρω τους και τον σταμάτησαν. Οι δύο αναβάτες αιμόφυρτοι από τις απανωτές κλωτσιές με τις αρβύλες του στρατιωτικού και τρομαγμένοι από την απρόσμενη εξέλιξη μαζεύτηκαν και δεν έβγαζαν άχνα. Δυο άλλοι άντρες περαστικοί τους έβγαλαν τα κράνη ενώ μια γυναίκα κάλεσε από το κινητό της την αστυνομία. Ο στρατιωτικός πήρε την τσάντα της Χλόης από το δρόμο κι έτρεξε προς το μέρος της. `Ήταν ακόμη πεσμένη κάτω προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει.

    - Είστε καλά; τη ρώτησε ψάχνοντας συγχρόνως τα σημεία πάνω της που έτρεχε αίμα.

    - Νομίζω πως ναι, απάντησε η Χλόη με τρεμάμενη από το σοκ φωνή, προσπαθώντας να σηκωθεί.

    Τα πόδια της είχαν γδαρθεί, το καλσόν της και η φούστα της ήταν σκισμένα. Ευτυχώς φορούσε μπουφάν και στο πάνω μέρος του κορμιού της δεν είχε χτυπήσει. Μονάχα το μέτωπό της την πονούσε αρκετά.

    - Μπορείτε να σηκωθείτε; τη ρώτησε

    Η Χλόη με ένα νεύμα απάντησε ναι και σηκώθηκε αργά ενώ εκείνος είχε περάσει το χέρι του στη μέση της για να τη βοηθήσει.

    - Θέλετε να πάμε στο νοσοκομείο;

    - Όχι, όχι, καλά είμαι. Δεν έχω χτυπήσει πολύ. Μονάχα που ζαλίζομαι λιγάκι…

    Αυτά κατάφερε να πει, γιατί μόλις έβαλε το χέρι της στο μέτωπό της και ανακάλυψε με τρόμο πως έτρεχε αίμα, λιποθύμησε στα χέρια του … Τα υπόλοιπα εξελίχθηκαν ραγδαία!

  • Οι δράστες συνελήφθησαν από την αστυνομία, η Χλόη μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου υποβλήθηκε σε γενικές εξετάσεις, σε ακτινογραφία, εισέπραξε έναν αντιτετανικό ορό κι έφυγε από εκεί σαν εργόχειρο με τρία ράμματα στο μέτωπο! Ο στρατιωτικός ήταν δίπλα της σε όλη της την περιπέτεια κάτι που εντυπωσίασε τη Χλόη μια και ήταν άγνωστος αλλά και σωτήρας από το πουθενά!

    Είχε σουρουπώσει πια και η Χλόη με το Σπύρο, όπως της συστήθηκε κάποια στιγμή βρίσκονταν έξω από το ξενοδοχείο της.

    - Πώς αισθάνεσαι; τη ρώτησε γλυκά κοιτάζοντάς τη βαθιά μέσα στα μάτια.

    - Αν εξαιρέσεις ότι μοιάζω με τον Μοχάμετ ΄Αλι, κατά τα άλλα είμαι μια χαρά, κι αυτό το οφείλω σε σένα. Πώς μπορώ να στο ξεπληρώσω;

    - Θα πας στο δωμάτιό σου να ξεκουραστείς και το βράδυ θα περάσω να σε πάρω να πάμε κάπου να φάμε. Θέλεις;

    - Θέλω πολύ, του απάντησε αυθόρμητα. Τουλάχιστον να σε κεράσω που μου έσωσες τη ζωή.

    - Σύμφωνοι λοιπόν. Στις οκτώ και μισή ακριβώς θα είμαι εδώ. Θέλεις να σε πάω επάνω;

    - Ε βέβαια, το να με κουβαλήσεις τρεις ορόφους με τα πόδια είναι το όνειρο κάθε άντρα, προσπάθησε να αστειευτεί η Χλόη που βρισκόταν μέσα στην αμηχανία…

    Χαιρετιστήκανε εγκάρδια κι ο καθένας πήρε το δρόμο του και τις σκέψεις του στο δωμάτιό του… ο κεραυνοβόλος έρωτας είχε χτυπήσει κέντρο στις καρδιές και των δύο.

    Το ίδιο βράδυ βγήκαν, έφαγαν, ήπιαν, άνοιξαν τα προσωπικά τους ημερολόγια και τα είπαν όλα σχεδόν ο ένας στον άλλο. Ο Σπύρος ήταν τριάντα χρονών, παντρεμένος και ήδη χωρισμένος πρόσφατα με δύο παιδιά που έμεναν με τη μητέρα τους τη Λίλα στη Ρόδο. Παντρεύτηκε αναγκαστικά πριν από οκτώ περίπου χρόνια στο νησί, όταν η Λίλα του αποκάλυψε μετά από σύντομο δεσμό που είχαν πως είχε μείνει έγκυος. Ο γάμος όμως δεν κράτησε παρόλο που έκαναν προσπάθειες αμφότεροι και παρά το γεγονός ότι άλλο ένα παιδί – αγόρια και τα δύο – προστέθηκε στην οικογένεια. Οι συνεχείς τσακωμοί και οι διαφωνίες μεταξύ τους έφτασαν στο να μισήσει ο ένας στον άλλο. Τώρα, ο Σπύρος κατέβαινε στη Ρόδο, Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι για να δει τα παιδιά του… Υπηρετούσε εδώ και δύο χρόνια στο Βελεστίνο, και μόλις πρόσφατα τα είχε βρει επιτέλους με τον εαυτό του και είχε ηρεμήσει. `Ήταν τσακωμένος με όλο του το σόι, αδέρφια, μάνα και πατέρα γιατί χώρισε, κάτι που στο δικό του χωριό, λίγο πιο έξω από τις Σέρρες είχε γίνει τροφή για κουτσομπολιό…

  • Η Χλόη τον παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα και με τρομερό ενδιαφέρον. Ο άντρας απέναντί της ήταν μόλις τριάντα χρονών παλικάρι και είχε ζήσει ήδη μια ζωή γεμάτη. `Ήταν όμορφος π’ ανάθεμά τον. Ψηλός, ξανθός, με πράσινα μάτια και σταράτο δέρμα. Οι παλάμες του φαρδιές και τα πόδια του σφικτά και ίσια. Τα χείλη σαρκώδη και κόκκινα, κάνοντας τη Χλόη να παίρνει με δυσκολία τα μάτια της από κει. Η δική της ζωή καθώς την εξιστορούσε φάνταζε ανούσια και λίγη. Είχε πτυχίο καθηγήτριας φυσικής αγωγής αλλά δεν επεδίωξε ποτέ να διδάξει σε γυμνάσια και λύκεια. Η μεγάλη της αγάπη ήταν ο χορός και το όνειρό της να ανοίξει κάποτε μια σχολή και να είναι χορογράφος. Δίδασκε σε ιδιωτικές σχολές χορού, και η μέρα της ήταν γεμάτη από μαθήματα. Ο Σπύρος την παρακολουθούσε κι εκείνος με προσοχή, μα πιο πολύ είχε στο νου του να την πάρει στην αγκαλιά του και να τη φιλάει ασταμάτητα. `Ήταν μέτρια στο ύψος, σχεδόν κοντούλα, με σφιχτοδεμένο από τη γυμναστική σώμα, είχε κατάμαυρα σγουρά μαλλιά μέχρι τη μέση και δύο μεγάλα μαύρα μάτια. Το πρόσωπό της είχε μια εξωτική ομορφιά αλλά κάθε φορά που γελούσε φάνταζε σαν μικρό κοριτσάκι. Ο Σπύρος σκεφτόταν πως ήταν μοιραίο που βρέθηκε στο δρόμο του και πως δεν έπρεπε να τη χάσει, παρόλο που εκείνη έμενε στην Αθήνα κι αυτός υπηρετούσε στο Βόλο…

    … Η ώρα ήταν περασμένες τρεις όταν η Χλόη με το Σπύρο βρέθηκαν και πάλι έξω από το ξενοδοχείο της, ζαλισμένοι κι οι δύο αυτή τη φορά όμως από το κρασί. Η έξοδος φαινόταν να φτάνει στο τέλος της μα κανείς δεν είχε διάθεση να την τελειώσει. Η καινούρια γνωριμία τους είχε ξεσηκώσει, ο έρωτας είχε ήδη φωλιάσει στο είναι τους κι η ώρα του αποχαιρετισμού πλησίαζε…

    - Σπύρο, σ’ ευχαριστώ πολύ για άλλη μια φορά. Μου έσωσες τη ζωή και δεν ξέρω αν ποτέ θα καταφέρω να στο ξεπληρώσω του είπε σοβαρά κοιτώντας τον με μάτια που γυάλιζαν

    - Ποιος ξέρει, μπορεί και να καταφέρεις κάποια στιγμή, της είπε κι έγειρε προς το μέρος της. `Έπιασε με τα χέρια του το κεφάλι της και τη φίλησε, τόσο τρυφερά, τόσο γλυκά, τόσο υπέροχα όσο ποτέ άλλοτε δεν την είχε φιλήσει άλλος άντρας. Η Χλόη παρέλυσε στο φιλί του, στα χάδια του, στο άρωμά του, στην ύπαρξή του όλη. Το φιλί δεν έλεγε να τελειώσει…

    - Θέλεις να έρθεις πάνω; του πρότεινε αναψοκοκκινισμένη.

    - Σαν τρελός, της είπε και σε πέντε λεπτά βρίσκονταν ήδη στο κρεβάτι του μονόκλινου ξενοδοχείου...

    Μόνο όταν το ρολόι έδειξε επτά έφυγε ο ένας από την αγκαλιά του άλλου κι αυτό γιατί ο Σπύρος έπρεπε να πάει σπίτι του να φορέσει τα ρούχα της δουλειάς του και να πάει στη μονάδα του. Η Χλόη έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Τον πήγε μέχρι την εξώπορτα φιλώντας τον αχόρταγα και μόνο όταν έπεσε στο κρεβάτι της γυμνή ακόμα έκλεισε τα μάτια και ξανάζησε λεπτό προς λεπτό το όνειρο που είχε ζήσει λίγες ώρες πριν.

  • … Οι τρεις μέρες που ακολούθησαν φάνταζαν σαν ερωτική ταινία που όλα κυλάνε τέλεια και τίποτα δεν μπορεί να μπει ανάμεσά τους και να βεβηλώσει την τελειότητα αυτή. Ο Σπύρος την παρακάλεσε να καθίσει άλλες δύο μέρες κι εκείνη για το χατίρι του πήρε τηλέφωνο στις σχολές και είπε ψέματα πως τη λήστεψαν κι είχε τρεχάματα με την αστυνομία. Δεν ήταν εντελώς ψέματα. `Έτσι κι αλλιώς όταν θα κατέβαινε στην Αθήνα, τα σημάδια στο πρόσωπο και σώμα θα αποδείκνυαν αυτό που τους είχε πει. Η ευτυχία παρατάθηκε για άλλο ένα διήμερο που όμως κι αυτό έφτασε στο τέλος του. Η Χλόη έπρεπε να επιστρέψει πια στη βάση της. `Άρχισαν τα σχέδια, πως «θα κατεβαίνω κάθε Σαββατοκύριακο να σε βλέπω», «θα πάρω άδεια λίγες μέρες και θα’ ρθω στο Βόλο», «θα προσπαθήσω να πάρω μετάθεση στην Αθήνα να είμαστε μαζί», σχέδια πάνω στον ενθουσιασμό και την έξαψη του φρέσκου έρωτα… Η Χλόη δεν πίστευε ότι θα της συνέβαινε ποτέ κάτι τέτοιο. Να ερωτευτεί σαν τρελή και στο πουθενά έναν άντρα μέσα σε λίγες μέρες, ώρες, μέσα σε μια στιγμή. Μπήκε στο τρένο με μισή καρδιά, η άλλη μισή ήδη ήταν έξω από αυτό και κοιτούσε το Σπύρο στα μάτια με μια θλίψη λες και δεν θα τον ξανάβλεπε. Εκείνος της χαμογελούσε ελαφρά και της έκλεισε το μάτι. Το τρένο ξεκίνησε για τη συνηθισμένη του πορεία και η Χλόη του έστειλε ένα τελευταίο φιλί. Κάθισε στη θέση της κι έκλεισε τα μάτια. Ξαφνικά ένοιωσε πολύ δυστυχισμένη. Τι δουλειά είχε τώρα στην Αθήνα; Πώς θα συνέχιζε εκεί τη ζωή της χωρίς το Σπύρο; Πώς θα περνούσαν οι μέρες μέχρι να τον ξαναδεί; Τις τρελές της σκέψεις διέκοψε ο ήχος του κινητού της. Είχε μήνυμα. `Άνοιξε την τσάντα της αδιάφορα και είδε την οθόνη. Τα μάτια της έλαμψαν σαν αστέρια. `Ήταν από εκείνον. «Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να αγαπήσει τόσο πολύ σε τόσο λίγο χρόνο; Κι όμως είναι, γιατί συνέβη σε μένα. Μου λείπεις ήδη πολύ, όμορφή μου χορεύτρια». Ανατρίχιασε. Διάβασε το μήνυμα ξανά και ξανά…Αν ήταν σε αυτοκίνητο θα είχε κάνει αναστροφή. Πού να πείσεις τώρα τον οδηγό να πάει με την όπισθεν μέχρι το Βόλο…Γίνονται αυτά τα πράγματα; ...

    ... Το σπίτι μύριζε ακόμη αντρική κολόνια και τσιγάρο. Το πρώτο το λάτρευε, το δεύτερο το σιχαινόταν. `Άνοιξε διάπλατα όλα τα παράθυρα να καθαρίσει ο χώρος από τα μυρωδάτα σημάδια του αλλά ο αέρας που μπήκε ήταν καυτός. Ο Ιούλιος θα ήταν πολύ ζεστός και φέτος, έτσι προμήνυαν τα δελτία ειδήσεων. Η ώρα είχε πάει δέκα και μισή κι Χλόη αισθανόταν τόσο κουρασμένη και κακόκεφη. Σήμερα ήταν η μέρα των σκέψεων και αποφάσεων. Μα τι να του’ λεγε; Να χωρίσουν για λίγο διάστημα; Μόλις πριν δυο μήνες είχε καταφέρει να πάρει μετάθεση για Αθήνα, έβαλε λυτούς και δεμένους για να είναι μαζί. Κι εκείνη του πρότεινε από τη χαρά της να συγκατοικήσουν στο σπίτι της. `Ένα όμορφο διαμέρισμα λίγο πιο πάνω από το δημοτικό κολυμβητήριο της Ηλιούπολης. Από τότε όμως που έμειναν μαζί τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά. `Άρχισε να την ελέγχει για το πού πάει, τι ώρα θα γυρίσει, με ποιους θα είναι κι από την άλλη - μαθημένος χρόνια στη στρατιωτική ζωή – ήθελε, σχεδόν απαιτούσε, όλα τα πράγματα μέσα στο σπίτι να είναι στην εντέλεια, τακτοποιημένα και καθαρά, κάτι που η Χλόη μετά βίας το έκανε. Αν του έλεγε να χωρίσουν για λίγο διάστημα μέχρι να αποφασίσουν τι θα κάνουν κι οι δύο, εκείνος πού θα έμενε; Γνωστούς δεν είχε στην Αθήνα. Θα έπρεπε να πάει σε ξενοδοχείο.. `Έπιασε το κεφάλι της που την πονούσε ακόμη. Γιατί πρέπει να είναι τόσο δύσκολη η αγάπη; Γιατί μόλις περάσει η μέθη του έρωτα όλα αρχίζουν και φαντάζουν δύσκολα; `Έπρεπε να βγει από το σπίτι, να ξεθολώσει ο νους της. Βγήκε στο μπαλκόνι. Τα λουλούδια της ήθελαν πότισμα. Σκασίλα της. Κοίταξε το κολυμβητήριο απέναντι. `Άδειο. Λογικό,. με 37 βαθμούς υπό σκιάν! Χωρίς να το πολυσκεφτεί μπήκε μέσα. Φόρεσε το αθλητικό της μαγιό, πήρε τα αξεσουάρ του κολυμβητηρίου, τα κλειδιά της κι έφυγε. Θα πήγαινε να κολυμπήσει στην πισίνα. `Όση ζέστη και να έκανε το δροσερό νερό θα την έκανε να νιώσει καλύτερα.

  • Η πρώτη βουτιά της δρόσισε ευχάριστα το σώμα. `Άρχισε να κολυμπάει πάνω κάτω στο διάδρομο. Μόνη της ήταν. Τόσο το καλύτερο. Η μορφή του Σπύρου ήταν συνέχεια μέσα στο μυαλό της. Τι δύσκολος χαρακτήρας που ήταν. Φιλότιμος, ντόμπρος, εκπληκτικός εραστής, έδειχνε να την αγαπάει τρελά, μα απότομος, τραχύς απόλυτος και κυκλοθυμικός. Η ζήλια του τον τελευταίο καιρό τον έκανε ανασφαλή με αποτέλεσμα να μην την εμπιστεύεται και να της κάνει συνέχεια έλεγχο.

    Είχε αρχίσει να κουράζεται από τις απανωτές απλωτές και έβγαλε τα χέρια έξω από την πισίνα να ξεκουραστεί λιγάκι. Εκείνη την ώρα μπήκε στο χώρο ένας γκριζομάλλης άντρας που έσερνε ένα αναπηρικό καρότσι. Πάνω σ αυτό καθόταν ένα πανέμορφο παλικάρι, δεν θα’ ταν πάνω από είκοσι πέντε ετών. Μελαχρινός με μπλε μεγάλα μάτια και όμορφες γερές πλάτες. «Σαν άγγελος μοιάζει», σκέφτηκε καθώς τον παρατηρούσε διακριτικά. Πλησίασαν τον διπλανό διάδρομο και ο πρώτος άντρας βοήθησε το παλικάρι να κατέβει από το καρότσι και να τον βάλει απαλά στην πισίνα. `Άρχισε να κολυμπάει σαν δελφίνι. Η Χλόη σάστισε. Το θέαμα του όμορφου παλικαριού με την αναπηρία της έφερε θλίψη. Της φάνηκε τόσο άδικο. Ξεκίνησε και κείνη πάλι να κολυμπά στο διπλανό διάδρομο, σκεπτόμενη ότι υπάρχουν γύρω της πολύ σοβαρότερα προβλήματα από το δικό της.

    Μετά από ώρα τερμάτισαν σχεδόν μαζί κατά σύμπτωση στο τέλος της πισίνας και έβγαλαν κι οι δύο τα χέρια έξω απ’ αυτή να πάρουν μια ανάσα.

    - Γεια, της είπε απλά ο νεαρός άντρας με μια φωνή ζεστή και βαθιά.

    - Γεια χαρά, απάντησε η Χλόη ξαφνιασμένη κι αμήχανη, που της μίλησε.

    - Πρώτη φορά σε βλέπω εδώ. Δεν έχεις ξανάρθει;

    - `Έρχομαι τρεις φορές τη βδομάδα αλλά το πρωί, μόλις ανοίγει το κολυμβητήριο.

    - Α, γι αυτό δεν σ’ έχω δει ποτέ, αλλιώς θα σε θυμόμουν. Πώς κι έτσι σήμερα;

    - Με πήρε ο ύπνος και με σήκωσε. Εσύ γιατί έρχεσαι μες στο μεσημέρι; τον ρώτησε και κατάλαβε αμέσως την γκάφα της μόλις εκείνος της απάντησε...

    - Για να είμαι μόνος μου.

    … `Έπεσε σιωπή….

    - Πώς σε λένε;

    - Χλόη. Εσένα;

    - Χαίρω πολύ βρεγμένη …. Χλόη. Με λένε `Άγγελο.

    - Το’ ξερα! Είπε γελώντας με το «βρεγμένη Χλόη»

    - Τι ήξερες; `Ότι θα χαιρόμουν πολύ που σε γνώρισα;

    - `Ότι θα σε λένε `Άγγελο! Μόνο αυτό το όνομα σου ταιριάζει. … Είσαι πολύ όμορφος, είπε αυθόρμητα και ντράπηκε γι αυτό.

    - Σ’ ευχαριστώ πολύ. Καιρό είχα να ακούσω από γυναίκα κομπλιμέντο. Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη.

    - Σαν άλιεν από το βυθό, ιδίως μ’ αυτό το σκουφί!

    `Ήταν η σειρά του να γελάσει με το δικό της αστείο.

    - Δεν θα με ρωτήσεις;

    - Τι πράγμα;

    - Πώς το’ παθα.

    - Ποιο;

    - Το να είμαι ανάπηρος.

    - `Όχι, όχι. Δεν μου πέρασε από το μυαλό. Το μόνο που σκέφτηκα είναι πόσο άδικο είναι. Είσαι τόσο νέος, τόσο όμορφος….

    - Δεύτερη φορά που μου το λες. Θ’ αρχίσω να πιστεύω ότι με φλερτάρεις!

    - Θα με συλλάβει η αστυνομία για αποπλάνηση! Είσαι πολύ μικρός, έτσι δεν είναι;

    - Είκοσι οκτώ χρονών! Εσύ πόσο είσαι … γιαγιάκα;

    - Πάτησα τα τριάντα, γιε μου!

    - Τα πάτησες, δεν τα’ λιωσες κιόλας! Δηλαδή δεν με φλερτάρεις ε;

    - Αν δεν ήμουν δεσμευμένη ίσως και να το’ κανα! Προς το παρόν είμαι ειλικρινής!

  • - Δεν είσαι όμως ευτυχισμένη!

    - Τι είπες;

    - `Άγγελε, μην κάθεσαι τόση ώρα ακίνητος. Πρέπει να προπονηθείς για μισή ώρα ακόμη, του φώναξε από μακριά ο γκριζομάλλης άντρας.

    - Εντάξει κόουτς

    - Ποιος είναι αυτός;

    - Ο προσωπικός μου γιατρός και φυσιοθεραπευτής. Κάνω ό,τι μου λέει. Δυστυχώς πρέπει να κολυμπήσω. Κι εσύ το ίδιο, όμως Η πλάτη σου έχει γίνει κατακόκκινη.

    - Εγώ θα φύγω σιγά – σιγά. Είμαι πολλή ώρα εδώ.

    - Θα ξανάρθεις αύριο;

    - Δεν ξέρω..

    - Ξέρω εγώ! Θα σε περιμένω

    - Θα δούμε... Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα. Γεια σου `Άγγελε.

    - Γεια σου άλιεν από το βυθό!

    Η Χλόη βγήκε από την πισίνα σαν βρεγμένη γάτα γι αυτό που της είπε λίγο πριν «… δεν είσαι όμως ευτυχισμένη», αφήνοντας πίσω της τον `Άγγελο με τα μάτια του βυθού να την κοιτάζουν. `Έβγαλε το σκουφί και τα μαλλιά της απλώθηκαν μέχρι τη μέση της.

    - Δεν το’ ξερα ότι έχεις τόσο μακριά μαλλιά. Είναι το φετίχ μου, ξέρεις! Της φώναξε

    Η Χλόη γύρισε προς το μέρος του…

    - Ε, τότε δεν έχεις παρά να τ’ αφήσεις να μακρύνουν, και με το πόδι της του έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο.

    Η υπόλοιπη μέρα κύλησε περίεργα. Στο μυαλό της στριφογυρνούσε συνεχώς ο `Άγγελος. Τα μπλε του μάτια, το ζεστό του χαμόγελο, η σκωπτική του διάθεση και η εξοικείωση με την αναπηρία του της είχαν τραβήξει το ενδιαφέρον. Στα απογευματινά της μαθήματα ήταν αφηρημένη κι ο Σπύρος ούτε που την είχε απασχόλησε καθόλου. Μόνο όταν γύρισε το βράδυ σπίτι και κοίταξε το κινητό της, που για άλλη μια φορά το είχε ξεχάσει όλη την ημέρα – δεν τα πήγαινε καλά με την τεχνολογία – είδε ένα σωρό κλήσεις και μηνύματα από εκείνον και συνειδητοποίησε ότι για πρώτη φορά δεν είχαν μιλήσει καθόλου μέσα στη μέρα, και ποιος ξέρει τι θα φανταζόταν με το νου του πάλι.

    «Δεν πειράζει, ίσως είναι και καιρός να καταλάβει πόσο θυμωμένη είμαι μαζί του» σκέφτηκε και κάθισε οκλαδόν στον καναπέ του σαλονιού να απολαύσει την ησυχία της και την ακαταστασία της παρακολουθώντας ένα dvd που είχε νοικιάσει, με θέμα, τι άλλο, χορευτές που ονειρεύονται να γίνουν διάσημοι!

    Το τηλέφωνο της έκοψε την προσωρινή της ησυχία. «Ωχ, ο Σπύρος θα είναι και θα με κατσαδιάσει που δεν τον πήρα…»

    - Παρακαλώ;

    - Χλόη;

    - Ναι;

    - Ο `Άγγελος είμαι.

  • - Ποιος;

    - Ο `Άγγελος της … πισίνας!

    - `Άγγελε;

    - Ναι;

    - Πού βρήκες το τηλέφωνό μου;

    - Ξέχασες το καρτελάκι σου στη γραμματεία

    - Για άλλη μια φορά!

    - Πειράζει που πήρα;

    - … `Όχι απόψε, αλλά άλλη φορά…

    - `Άσε την άλλη φορά. Μπορείς να μιλήσεις;

    - Μπορώ!

    - Σε σκεφτόμουν όλη μέρα.

    - Γιατί;

    - Κάτι έχεις!

    - Τα ίδια λέει και ο ψυχίατρός μου!

    - Μπορείς να βρεθούμε απόψε;

    - Γιατί;

    - Για να σου κάνω ψυχανάλυση! Θέλω να σε δω. `Έχω και το καρτελάκι σου…

    - Δεν μπορώ να φύγω απ’ το σπίτι.

    - Γιατί; θα σε πάρει τηλέφωνο ο μπαμπούλας;

    - Ναι, δηλαδή όχι, αλλά…

    - Καλά, καλά, μη σκοτίζεσαι. Βιάστηκα ίσως… Θα’ ρθεις όμως αύριο στην πισίνα να κολυμπήσουμε μαζί;

    - Δεν ξέρω αν θα μπορέσω...

    - Σ’ ενοχλεί που είμαι ανάπηρος;

    - Όχι, καθόλου! Σε καμία περίπτωση, αλλά να, έχω δεσμό `Άγγελε και με πέτυχες σε δύσκολη περίοδο…

    - Εγώ θα σε περιμένω. Τη Δευτέρα φεύγω για Αγγλία. Θα κάνω εγχείρηση στη μέση. Μου είπανε πως θα περπατήσω… Για αυτό θα ήθελα να σε δω. Η παρουσία σου θα μου δώσει κουράγιο. Ξέρεις …φοβάμαι πολύ.

    - ………

    - Είσαι εκεί;

    - Εδώ είμαι

    - Γιατί δε μιλάς;

    - Τα’ χω χαμένα, `Άγγελε… Θα’ ρθω αύριο. Στο υπόσχομαι. Θα σου κόψω και μια τούφα από τα μαλλιά μου να την έχεις για γούρι!

    - Εντάξει βρεγμένη Χλόη. Τώρα ησύχασα. Θα κοιμηθώ με τη σκέψη σου… και με το καρτελάκι σου. Ωραία φωτογραφία!

    - Τι τρελός που είσαι.

    - Θέλεις να σου δώσω το κινητό μου;

    - `Όχι, ευχαριστώ έχω δικό μου, του απάντησε για να ελαφρύνει το κλίμα

    - Θα το μετανιώσω που δεν επιμένω κι άλλο για να σε δω απόψε, αλλά ελπίζω στο αύριο!

  • - Καληνύχτα… `Άγγελε της πισίνας!

    - Καληνύχτα…άλιεν από το βυθό!

    `Όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι. `Ο `Άγγελος μπήκε στη ζωή της τόσο αναπάντεχα και τόσο γλυκά, σαν να τον είχε στείλει ο Θεός! ...

    ... Τα φιλιά στη γυμνή της πλάτη την έβγαλαν από το λήθαργο που είχε πέσει τις τελευταίες 8 ώρες. Γύρισε ανάσκελα σαν γάτα που χουζουρεύει και άνοιξε τα μάτια της. Το χαμογελαστό πρόσωπο του Σπύρου ήταν ακριβώς από πάνω της.

    - Καλημέρα μωρό μου. `Ήρθα. Μου έλειψες πολύ, της είπε και της έδωσε ένα φιλί στο στόμα.

    - Καλημέρα. Καλά είσαι;

    - Κουρασμένος, αλλά τώρα που σε είδα αντέχω λίγο ακόμα… της είπε με πονηρό βλέμμα κατεβάζοντας τις τιράντες του νυχτικού της.

    Η Χλόη δεν είχε διάθεση. Ο Σπύρος άρχισε να τη φιλάει παντού.

    - Σπύρο, πρέπει να μιλήσουμε

    - Το μεσημέρι, που θα φάμε έξω. Κι εγώ θέλω να σου μιλήσω. Τώρα έχω άλλα στο νου μου.

    - Το μεσημέρι… έχω προπόνηση στην πισίνα…

    - Πήγες και χτες; Η πλάτη σου είναι κατακόκκινη.

    - Ναι και ξεχάστηκα. Πεινάς; Θέλεις να σου φτιάξω πρωινό;

    - Πεινάω αλλά το πρωινό μου το’χω εδώ μπροστά μου!

    `Άλλες κουβέντες δεν αντάλλαξαν. Μόνο φιλιά και χάδια. Κι όταν το πάθος καταλάγιασε εκείνος έγειρε κουρασμένος στο μαξιλάρι του. Η Χλόη σηκώθηκε να κάνει μπάνιο. Πριν κλείσει τα μάτια του της πέταξε.

    - Κοίτα να μαζέψεις το σπίτι, μπουρδέλο το’ χεις καταντήσει. Ξύπνα με στις δύο.

    Για άλλη μια φορά της χάλασε τη διάθεση. Οι αναστολές της για να μην πάει στην πισίνα εξαφανίστηκαν σαν σκασμένο μπαλόνι. Συμμάζεψε θυμωμένη το σπίτι όσο μπορούσε κι έφυγε για το κολυμβητήριο… Πόσο ήθελε να δει τον `Άγγελο της πισίνας….

    Κοντοστάθηκε στην πόρτα που οδηγούσε στους διαδρόμους της πισίνας. `Ήταν εκεί. Κολυμπούσε σαν επαγγελματίας και με απίστευτη άνεση σαν να μην είχε πρόβλημα… Φόρεσε το σκουφί της και βούτηξε στο διάδρομο που κολυμπούσε κι αυτός.

    - `Ήρθες! Της είπε κάπως ξέπνοα αλλά πολύ χαρούμενα.

    - Στο είχα υποσχεθεί! Είσαι καλά;

    - Τώρα ναι! Εσύ όμως δεν είσαι.

    - Πώς το καταλαβαίνεις;

    - Τα μάτια σου το λένε καθαρά. `Έχουν τη λύπη ζωγραφισμένη πάνω τους

    - Ψυχολόγος είσαι;

    - Θα μπορούσα, αλλά προτίμησα να γίνω κολυμβητής… Χλόη θα με περιμένεις;

    - Πού;

  • - Να γυρίσω από την Αγγλία.

    - Γιατί;

    - Δεν έχει γιατί. Απλά νομίζω πως εμείς οι δύο πρέπει να είμαστε μαζί!

    - Νομίζω ότι είναι πολύ νωρίς να λες κάτι τέτοιο. Χτες γνωριστήκαμε.

    - Ποτέ δεν είναι νωρίς. Μόνο αργά. Θέλω να είμαστε μαζί. Να ξέρω εκεί έξω πως θα με περιμένεις. Να πάρω κουράγιο για την εγχείρηση. Να περπατήσω και να τρέξω κοντά σου να σε αγκαλιάσω.

    - `Άγγελε δεν ξέρω αν μπορώ. `Έχω δεσμό…

    - Μάλλον δεσμά έχεις Χλόη, κι όχι δεσμό. Είσαι θλιμμένη κι όχι ευτυχισμένη. `Έχω δίκιο;

    - … `Έχεις `Άγγελε. `Όμως θέλω χρόνο για να ξεκαθαρίσω τι μου συμβαίνει. Νομίζω ότι γνωριστήκαμε σε μια περίοδο όπου ο καθένας ψάχνει απεγνωσμένα να κρατηθεί από κάπου.

    - Τώρα έγινες εσύ η ψυχολόγος. Χλόη πιστεύεις στον κεραυνοβόλο έρωτα;

    - Ακράδαντα, όχι όμως στη συνέχισή του….

    - Δεν ήσουν τυχερή φαίνεται. Τώρα έχεις άλλη μια ευκαιρία. `Άφησε με να διώξω τη θλίψη από τα μάτια σου.

    - Δεν ξέρω `Άγγελε, δεν ξέρω…

    ... Η αίθουσα ήταν κατάμεστη από κόσμο. Λουλούδια και γλάστρες σκορπισμένα παντού. Η Χλόη περιφερόταν με το μαύρο εξώπλατο φόρεμά της στο χώρο σαν αερικό και η λάμψη που είχε το πρόσωπό της φανέρωνε πόσο ευτυχισμένη ήταν. Τα εγκαίνια της σχολής χορού ήταν το γεγονός της αποψινής βραδιάς. Το όνειρό της είχε γίνει επιτέλους πραγματικότητα. Ο δικός της χώρος, τα όνειρά της, οι δικές της χορογραφίες, οι δικοί της μαθητές. `Όλα θα στεγάζονταν εκεί.

    Λίγο πιο πέρα, ο άντρας με τα μπλε σαν τον βυθό μάτια την παρακολουθούσε διακριτικά και η ψυχή του γέμιζε αγάπη, κάθε φορά που οι ματιές τους ενώνονταν. Πίνοντας την παγωμένη σαμπάνια, σκεφτόταν πόσο τυχερός ήταν που την είχε πλάι του, και που επέμενε τότε πριν δύο χρόνια να τον περιμένει να γυρίσει...

    Ο `Άγγελος, έμοιαζε πραγματικά με άγγελο χωρίς τα φτερά μέσα στο λευκό του πουκάμισο και το λευκό του παντελόνι, όρθιος, στα πόδια του πια, γερός και υγιής! Σ’ ΄ένα μήνα θα παντρεύονταν, η Χλόη κι εκείνος...

    … Μετά από τον αποχωρισμό στην πισίνα η Χλόη γύρισε σπίτι της μπερδεμένη κι ανήμπορη να πάρει αποφάσεις. Τα λόγια του `Αγγέλου την είχαν συνεπάρει μα δεν μπορούσε να τα λάβει τοις μετρητοίς. Ευάλωτος κι εύθραυστος λόγω της κατάστασής του είχε ανάγκη από κάποιο στήριγμα. Πού να ήξερε ότι εκείνος την παρακολουθούσε από απόσταση συχνά τα Σαββατοκύριακα, τότε προτού πάθει το ατύχημα κι ήταν προπονητής σε παιδάκια. Η Χλόη έκανε πάντα το μπάνιο της χωρίς να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά. Είχε δει το Σπύρο να έρχεται να την παίρνει και τις μισές από τις φορές τσακώνονταν. Μετά του συνέβη το ατύχημα και χάθηκε από την πισίνα, από τους φίλους του, από τη ζωή την ίδια. Η Χλόη δεν τα ήξερε αυτά, της τα είπε πολύ αργότερα.

  • `Όταν εκείνη γύρισε σπίτι με μπερδεμένες τις σκέψεις στο μυαλό ακόμα, ούτε που φανταζόταν τι θα επακολουθούσε που θα άλλαζε τη ζωή της ολόκληρη. Ο Σπύρος καθισμένος στο σαλόνι, κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο. Είχε ξυπνήσει νωρίς και ακολούθησε τη Χλόη στην πισίνα. Του είχαν μπει ιδέες βλέποντας το ίδιο πρωί την πλάτη της κόκκινη από τον ήλιο ότι έχει γκόμενο. `Όταν πήγε στην πισίνα και την είδε να μιλάει με το νεαρό δίπλα - δίπλα σαν ζευγαράκι, θόλωσε, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Πήγε σπίτι και τα έκανε όλα λίμπα.. Κι εκείνος ίδιος με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί καθισμένος στο σαλόνι να καπνίζει περιμένοντάς τη για την … τιμωρία που της άξιζε `Όταν η Χλόη αντίκρισε το θέαμα νόμιζε πως είχαν μπει κλέφτες μέσα στο σπίτι. Δεν πρόλαβε να ρωτήσει το Σπύρο τι συνέβαινε, γιατί εκείνος μόλις την είδε σηκώθηκε απότομα όρθιος, την πήρε από το μαλλί και άρχισε να τη χτυπάει όπου έβρισκε σφυρίζοντας μέσα από τα δόντια του ότι είναι μια πουτάνα που πηδιέται όπου βρει ενώ εκείνος δουλεύει σαν το σκυλί….

    Από θαύμα έζησε. Οι φωνές και τα ουρλιαχτά της έκαναν τους γείτονες να έρθουν τρέχοντας στο σπίτι της και να την σώσουν. Η Χλόη έμεινε σχεδόν ένα μήνα στο νοσοκομείο με πολλαπλά κατάγματα και κακώσεις σ’ όλο της το σώμα. `Οσο έμεινε κι ο `Αγγελος στην Αγγλία μετά την εγχείρηση… Η Χλόη έκανε μήνυση στο Σπύρο, στη δουλειά του το έμαθαν όλοι με αποτέλεσμα να πάρει μετάθεση για παραμεθόριο νησί. Αργότερα έμαθε ότι η Λίλα η πρώην γυναίκα του τον είχε χωρίσει γιατί τη χτυπούσε συχνά και μπροστά στα παιδιά…. Γι αυτό και τελικά ήταν τσακωμένος με το σόι του. Γιατί ντρέπονταν για λογαριασμό του.

    Από κει και πέρα όλα άλλαξαν. `Αργησε πολύ να ξεπεράσει αυτό που της είχε συμβεί κι αν δεν ήταν ο `Αγγελος δίπλα της να της σταθεί θα ήταν ακόμα κλεισμένη στο καβούκι της. `Όταν ο `Αγγελος γύρισε από την Αγγλία όρθιος πια με τα πόδια του να πατούν γερά στη γη, την αναζήτησε μέχρι που τη βρήκε. `Εμαθε τι είχε συμβεί κι έγινε ο φύλακας άγγελός της.

    Σήμερα μετά από δύο χρόνια δεσμού και αληθινής αγάπης κατάφεραν κι οι δύο όσα δεν είχαν καταφέρει μια ζωή. Εκείνος να περπατήσει ξανά, να ξαναγυρίσει στην παλιά του δουλειά και να έχει πλάι του τη γυναίκα που ερωτεύτηκε στην πισίνα. Κι εκείνη, να ανοίξει επιτέλους τη σχολή χορού που τόσο λαχταρούσε έχοντας δίπλα της έναν άντρα που την αγαπά αλλά κυρίως τη σέβεται έτοιμη να μοιραστεί μαζί του την υπόλοιπη ζωή της...

    … Ο κόσμος είχε αρχίσει να αραιώνει στην αίθουσα. Είχαν απομείνει οι στενοί συγγενείς, οι φίλες της και ο `Αγγελος και πίνανε τα τελευταία ποτά μέσα στις ευχές και την καλή διάθεση. Από το cd player ακουγόταν το τραγούδι της Πρωτοψάλτη «ο άγγελός μου» κι η Χλόη κοίταξε στα μάτια τον `Αγγελό της όλο αγάπη. Εκείνος της χαμογέλασε όλο τρυφερότητα. `Ηξερε ότι από δω και πέρα όλα θα πήγαιναν καλά. Τελικά η αγάπη δεν είναι πάντα δύσκολη, αρκεί να είναι αληθινή και υγιής…Σωστά είχε μαντέψει!…

    Τ Ε Λ Ο Σ